Στην εικονογραφία του Σόρογκα πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραματίζουν τα παλιά ξύλα και τα σκουριασμένα μεταλλικά εξαρτήματα. Σκόρπια, άχρηστα, σπασμένα και φθαρμένα θραύσματα βγαίνουν από το περιβάλλον τους και τοποθετούνται σε μεγάλους καμβάδες, στο κέντρο. Παρουσιάζονται εμφατικά, σε γκρο πλαν, ως απόρροια από μια σχολαστική παρατήρηση και λεπτομερή σχεδίαση. Το φάσμα των χρωμάτων είναι περιορισμένο: μαύρο, γκρίζο, καφέ της σκουριάς, κόκκινο. έρχεται σε αντίθεση με το απαστράπτον λευκό φόντο. Τα ίχνη από το μπλε χρώμα ανάμεσα στα αντικείμενα και το φόντο υπονοούν την παρουσία της θάλασσας. Ο φωτογραφικός ρεαλισμός και το χαρακτηριστικό άσπιλο ύφος του καμβά προσθέτουν στην εικόνα μία υφή ντοκουμέντου, η οποία εντείνεται με την κυριολεκτική περιγραφική φύση του τίτλου. Τα στοιχεία αυτά έρχονται σε έντονη αντίθεση με την ποιητική υφή του Σόρογκα και μετατρέπουν τα απεικονιζόμενα αντικείμενα σε σύμβολα.
Οι κριτικοί τέχνης αναφέρονται στον ποιητικό ρεαλισμό και την άχρονη και ανάερη φύση που κυριαρχεί στις εικόνες του Σόρογκα. Στις εικόνες αυτές παρουσιάζεται ένας κόσμος τον οποίο διέπει μία μεταφυσική σιωπή, όπου τα μνημειακά αντικείμενα μετατρέπονται σε σύμβολα, με αναφορές στο πέρασμα του χρόνου, τις αναμνήσεις, την αποσύνθεση, τη φθορά- ακόμη και τον θάνατο. Το 1972 η πρώτη έκθεση του Σόρογκα, όχι ασφαλώς τυχαία, ήταν αφιερωμένη στον ποιητή Γιώργο Σεφέρη, καθώς «...η ποίησή του είναι λιτή, μεστή, και έχει μια σπάνια νοηματική και εκφραστική πυκνότητα. Εκείνο όμως που με επηρέασε βαθειά είναι κάτι πέρα από τις μορφολογικές της αρετές. Είναι η βαθειά ιστορική ενότητα που διακρίνει τους στίχους του, η συνύπαρξη του μεγαλείου και της φτώχειας, του αιώνιου και του φθαρτού, του άχρονου και ασύνορου, με τον ασφυκτικά κλειστό χώρο του σήμερα.».
Είναι προφανής η συγγένεια ανάμεσα στο έργο του Σόρογκα και την ποίηση που τον συγκινεί. Μέσα από το συγκυριακό στοιχείο του χώρου - η γκαλερί Citronne - τα φθαρμένα από τη θάλασσα ξύλα που απεικονίζονται στους καμβάδες του Σόρογκα ανοίγουν ένα σχεδόν απόκοσμο διάλογο με την ποίηση του Σεφέρη. Το κοινό μπορεί να διακρίνει στην απέναντι πλευρά του λιμανιού τη βίλα «Γαλήνη», όπου και γράφτηκε «Το ναυάγιο της Κίχλης».